μνηστευμένος

μνηστευμένος
η , ο помолвленный, обручённый;

είναι μνηστευμένος με την κόρη μου — он помолвлен с моей дочерью


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "μνηστευμένος" в других словарях:

  • μνήστρο(ν) — το (ΑΜ μνῆστρον) νεοελλ. 1. δαχτυλίδι που ανταλλάσσεται στον αρραβώνα 2. στον πληθ. τα μνήστρα τα δώρα, και ιδίως τα κοσμήματα που ανταλλάσσουν οι αρραβωνιασμένοι μσν. φρ. α) «ἔχω μνήστρα» είμαι μνηστευμένος β) «λαμβάνω μνῆστρον» μνηστεύομαι μσν …   Dictionary of Greek

  • μνήστωρ — μνήστωρ, ορος, ὁ (ΑΜ) μνηστευμένος αρχ. 1. αυτός που σκέπτεται κάτι, αυτός που έχει κάτι στο μυαλό του 2. στον πληθ. οἱ μνήστορες (στον Όμηρο) οι μνηστήρες τής Πηνελόπης. [ΕΤΥΜΟΛ. < θ. μνησ (πρβλ. ἔ μνησ α, αόρ. τού μνῶμαι*) + επίθημα τωρ… …   Dictionary of Greek

  • μνηστεύω — (ΑΜ μνηστεύω Α δωρ. τ. μναστεύω) [μνηστός] δεσμεύω δύο άτομα διαφορετικού φύλου με αμοιβαία υπόσχεση γάμου, αρραβωνιάζω (α. «αύριο, μνηστεύω την κόρη μου» β. «ἀπογράψασθαι σὺν Μαριὰμ τῇ μεμνηστευμένη αὐτῷ γυναικί», ΚΔ) νεοελλ. (η μτχ. παθ. παρακμ …   Dictionary of Greek

  • πρόγαμος — η, ο / πρόγαμος, ον, ΝΑ νεοελλ. 1. προγαμιαίος, προγάμιος 2. φρ. «πρόγαμος δωρεά» (παλαιότερα) η προγαμιαία δωρεά αρχ. 1. μνηστευμένος, αρραβωνιασμένος 2. (το αρσ. πληθ. ως κύριο όν.) Πρόγαμοι (ως τίτλος έργου τού Μενάνδρου) οι μελλόνυμφοι.… …   Dictionary of Greek

  • Κλαβίχο ι Φαχάρδο, Χοσέ — (JoseClavijo y Fajardo, Λατζαρότε, Κανάριοι νήσοι 1730 – Μαδρίτη 1806). Ισπανός συγγραφέας, δημοσιογράφος και φυσιοδίφης. Σπούδασε στη Γαλλία, όπου γνώρισε τον Βολτέρο, τον Ντιντερό και τον Μπιφόν, του οποίου μετέφρασε το έργο Φυσική ιστορία.… …   Dictionary of Greek

  • μνηστεύω — μνήστεψα, μνηστεύτηκα, μνηστευμένος, αρραβωνιάζω, δεσμεύω δύο άτομα με αμοιβαία υπόσχεση γάμου: Είναι μνηστευμένοι δέκα χρόνια …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»